διάλειψις

διάλειψις, εως, ,
A an interval, interstice, v.l. in Hp.Art.35, cf. Arist. Aud.803b37;

δ. τῶν πλινθίδων IG2.1054.93

; δ. φυλλική, internode, Thphr.HP3.18.11; intermission, Erot. s.v. τριταιοφυεῖς.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάλειψις — an interval fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείψει — διάλειψις an interval fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαλείψεϊ , διάλειψις an interval fem dat sg (epic) διάλειψις an interval fem dat sg (attic ionic) διαλείπω leave an interval between fut ind mid 2nd sg διαλείπω leave an interval between… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείψεις — διάλειψις an interval fem nom/voc pl (attic epic) διάλειψις an interval fem nom/acc pl (attic) διαλείπω leave an interval between fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείψιας — διάλειψις an interval fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείψιες — διάλειψις an interval fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάλειψιν — διάλειψις an interval fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάλειψη — η (Α διάλειψις, εως) [διαλείπω] προσωρινή διακοπή, πρόσκαιρη παύση …   Dictionary of Greek

  • διαλείψεως — διαλείψεω̆ς , διάλειψις an interval fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείψῃ — διαλείψηι , διάλειψις an interval fem dat sg (epic) διαλείπω leave an interval between fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.